Η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να συμβαδίζει με αλλαγές στην αγορά εργασίας

Η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να συμβαδίζει με αλλαγές στην αγορά εργασίας

Η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να συμβαδίζει με αλλαγές στην αγορά εργασίας που να διασφαλίζουν αξιοπρεπείς όρους εργασίας, ήταν η θέση προς την οποία συνέκλιναν οι περισσότεροι από τους εισηγητές στην εκδήλωση-συζήτηση, που πραγματοποιήθηκε χθες στην αίθουσα του ΕΒΕΑ στην Αθήνα, με θέμα την αγορά εργασίας στη νότια Ευρώπη, προοπτικές ανάπτυξης και απασχόλησης. Οργανωτές ήταν το Ίδρυμα Gabriel Péri και ο Όμιλος «Δημοκρατία & Πολιτισμός».

Στην ομιλία της, η διοικήτρια του ΟΑΕΔ, Μαρία Καραμεσίνη, προανήγγειλε ότι ξεκινά σύντομα με πρωτοβουλία της υπουργού Εργασίας η διαβούλευση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας σε σχέση με δυο πολύ κρίσιμα στοιχεία που είναι η αρχή της επεκτασιμότητας και η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης.

«Βρισκόμαστε στο μεταίχμιο σοβαρών αλλαγών καθώς μπαίνουμε στην τελική ευθεία για την έξοδο από το τρίτο μνημόνιο ενώ έχει ξεκινήσει η ανοδική τροχιά της οικονομίας. Η ελληνική κυβέρνηση πρόκειται να παρουσιάσει σύντομα ένα συνολικό αναπτυξιακό σχέδιο το οποίο θα περιλαμβάνει και διαστάσεις αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού σε συνδυασμό με τις εργασιακές σχέσεις οι οποίες θα πρέπει να χαρακτηρίζουν την περίοδο μετά το μνημόνιο» ανέφερε η κ. Καραεμσίνη και πρόσθεσε.

«Ταυτόχρονα είναι υπό διαπραγμάτευση με τους δανειστές ο βαθμός της ελευθερίας που θα έχει η ελληνική κυβέρνηση μετά την έξοδο από το μνημόνιο και φαίνεται ότι υπάρχουν πολλοί στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στο εξωτερικό, που ανησυχούν για το εάν θα έχει η ελληνική κυβέρνηση πολλούς βαθμούς ελευθερίας για να προσχωρήσει στην επόμενη μέρα. Στην Ελλάδα σήμερα δεν έχουμε σύγχρονες εργασιακές σχέσεις και εάν δεν γίνουν σύγχρονες αυτές οι σχέσεις τότε δεν θα υπάρξει αναπτυξιακή προοπτική που θα συνδυάζει την οικονομική με την κοινωνική ανάπτυξη. Δίκαιη διανομή των ωφελειών αυτής της ανάπτυξης σε όλο τον πληθυσμό της χώρας.

Συνεχίζοντας, είπε ότι τα δυο προηγούμενα μνημόνια πέρασαν πάνω από τις εργασιακές σχέσεις σαν οδοστρωτήρας συμπιέζοντας το εργασιακό κόστος προς τα κάτω, αλλά και για να υπάρξουν μόνιμες αλλαγές στο εργασιακό πρότυπο.

«Η μείωση του κατώτατου και του υποκατώτου μισθού για τους νέους δεν δίνουν σήματα τη δυνατότητα επιβίωσης» ανέφερε χαρακτηριστικά και συνέχισε: «Ο διάλογος που γίνεται γύρω από το νέο αναπτυξιακό μοντέλο έχει τρεις δυνατότητες. Είτε να καταλήξει στην περεταίρω ρύθμιση της αγοράς εργασίας και στην επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, με την αποσύνδεση του κατώτατου μισθού από τις κλαδικές διαπραγματεύσεις που είναι θέσεις που έχει υποστηρίξει ο ΣΕβ, είτε στην διατήρηση των μνημονιακών ρυθμίσεων, ή να καταλήξει σε επαναρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων που να βάλουν την σφραγίδα τους στην επόμενη μέρα και κάτι που αυτή τη στιγμή αναζητά το υπουργείο Εργασίας».

Το θέμα της μείωσης των φορολογικών βαρών για την επιχειρηματικότητα έθεσε κατά την τοποθέτησή του ο πρόεδρος του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Μίχαλος και πρόσθεσε, ότι η μείωση αυτή θα δημιουργήσει αλυσιδωτά οφέλη για την οικονομία ευνοώντας την προσέγγιση των επενδύσεων την δημιουργία θέσεων εργασίας και την αύξηση της καταγεγραμμένης απασχόλησης.

«Καμία πολιτική ενίσχυσης της απασχόλησης δε μπορεί να είναι αποτελεσματική μέσα σε ένα αρνητικό επιχειρηματικό περιβάλλον που αποτρέπει την δημιουργία θέσεων εργασίας. Δε μπορούμε να μιλάμε για αύξηση της απασχόλησης και για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας όταν η συνολική επιβάρυνση των επιχειρήσεων στην Ελλάδα ξεπερνά το 50% των συνολικών εσόδων τους. Είμαστε από τους πρώτους που είχαμε αντιταχθεί στη μνημονιακή απαίτηση για μείωση των κατώτατων μισθών υποστηρίζοντας ότι το εμπόδιο στην ανταγωνιστικότητα είναι το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας και η πραγματικότητα, δυστυχώς, μας επιβεβαίωσε. Οι κατώτατοι μισθοί μειώθηκαν αλλά η Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη στις τελευταίες θέσεις των διεθνών κατατάξεων ως προς την ανταγωνιστικότητα. Η αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού της χώρας, είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε σήμερα» τόνισε ο κ. Μίχαλος.

«Απαιτείται ουσιαστική αναζωπύρωση του κοινωνικού διαλόγου. Ο κοινωνικός διάλογος και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Ο βασικός μας στόχος θα πρέπει να είναι ο σχεδιασμός και η υλοποίηση πολιτικών που θα διευκολύνουν την προσαρμογή των επιχειρήσεων στις αλλαγές που συντελούνται» είπε ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καβαθάς.

«Κατά τα τελευταία επτά χρόνια από τη στιγμή που εγκαινιάστηκε η τακτική της εσωτερικής υποτίμησης το ΑΕΠ της χώρας έχει μειωθεί κατά 27%, απώλεια πρωτοφανής σε περίοδο ειρήνης ενώ η ανεργία παρά την αργή και διστακτική αποκλιμάκωση εξακολουθεί να παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Η αποκλιμάκωση της ανεργίας δεν προκλήθηκε από την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας αλλά αντίθετα από την αξιοσημείωτη διεύρυνση των ευέλικτων και ελαστικών μορφών απασχόλησης.

Το ισχυρό μήνυμα των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης οδήγησε μάλλον σε απαξίωση παρά σε ανάδειξη των ισχυρών πλεονεκτημάτων της χώρας. Οι μορφές επιχειρηματικότητας δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά αλλά αντίθετα, εντάθηκε το φαινόμενο που αποκαλούμε επιχειρηματικότητα ανάγκης λόγω της έλλειψης πλαισίου κοινωνικής προστασίας για τους επαγγελματίες» είπε ο κ. Καββαθάς, ενώ αναφερόμενος στην διάρθρωση της απασχόλησης είπε ότι δεν μεταβλήθηκε σημαντικά και το υψηλά ειδικευμένο προσωπικό δεν αξιοποιήθηκε εντός των συνόρων και έφυγε στο εξωτερικό.

«Ο στόχος της δημοσιονομικής εξυγίανσης έχει επιτευχθεί αλλά πληρώσαμε ένα πολύ βαρύ τίμημα. Τα μέτρα για τη μείωση του δημοσίου χρέους έχουν λειτουργήσει σαν αιτίες για την αύξηση του ιδιωτικού χρέους.

Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, συνεχίζουν να προσφέρουν το 87% περίπου των θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και να παράγουν περίπου το 75% της προστιθέμενης αξίας. Οι δυνατότητες όμως των επιχειρήσεων να δημιουργήσουν ένα ικανό αριθμό θέσεων εργασίας, ήταν και είναι ισχνές και οι πολιτικές απασχόλησης που επεβλήθησαν στα χρόνια της κρίσης ήταν προσανατολισμένες κυρίως στην βελτίωσης της προσφοράς εργασίας και όχι ζήτησης» υποστήριξε ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ.

Συντονιστές της εκδήλωσης ήταν ο καθηγητής Οικονομικών Κώστας Μελάς και ο οικονομολόγος Κωστής Μελαγχροινός, ενώ την εκδήλωση παρουσίασε ο δημοσιογράφος Αλφόνσος Βιτάλης.

Παραβρέθηκαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, Μάκης Μπαλαούρας, Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, Χαρά Καφαντάρη, Πρόεδρος Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου, Χρήστος Αντωνίου, Μαρία Θελερίτη, Εύη Καρακώστα, Γιάννης Δέδες, της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Θεόδωρος Παπαθεοδώρου, και το μέλος της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ Αντώνης Κοτσακάς.

Μηνύματα απέστειλαν ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, Φώφη Γεννηματά και ο ΓΓ της ΝΔ Λευτέρης Αυγενάκης.
enikonomia.gr