Οι ελληνικές εταιρείες επιστρέφουν στα προ κρίσης επίπεδα-Η βελτίωση και τα ρίσκα

Οι ελληνικές εταιρείες επιστρέφουν στα προ κρίσης επίπεδα-Η βελτίωση και τα ρίσκα

Τα προ κρίσης επίπεδα και συγκεκριμένα, αυτά του 2007 προσπαθεί να αγγίξει ο κύκλος εργασιών και τα κέρδη προ φόρων τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ενός ευρέως δείγματος 30.000 εταιρειών (πλην τραπεζών και ασφαλειών) που ανέλυσε η ICAP.

Τα συμπεράσματα της ανάλυσης που παρουσιάστηκαν στο 11o συνέδριο Credit Risk Management, δείχνουν ότι ο συνολικός τζίρος του δείγματος για το έτος 2017 θα διαμορφωθεί στα 157,5 δισ. ευρώ, έναντι 164,8 δισ. ευρώ το 2007. Αντίστοιχα, τα EBITDA, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στα 15,4 δισ. ευρώ, έναντι 17 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, παρά τη σημαντική άνοδο, η απόσταση που χωρίζει τα προ φόρων κέρδη του 2007 με τις εκτιμήσεις για το 2017, είναι ακόμη μεγάλη.

Αναφορικά με τον κύκλο εργασιών θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τα υψηλά των 164,8 δισ. ευρώ του 2007, βρέθηκε στα χαμηλά των 124,7 δισ. ευρώ το 2014, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοση στα χρόνια της κρίσης. Έκτοτε παρουσιάσει μια συνεχή άνοδο, με το 2015 να τον «βρίσκει» στα 139,9 δισ. ευρώ, το 2016 στα 147,1 δισ. ευρώ και σύμφωνα με τις έως τώρα εκτιμήσεις στα 157,5 δισ. ευρώ το 2017, καταγράφοντας αύξηση τη τάξεως του 26,3% σε σχέση με το 2014.

 

 

Σχετικά με την εξέλιξη των EBITDA, από τα 17 δισ. ευρώ το 2007, κατακρημνίζονται στα 7 δισ. το 2011. Έκτοτε εισέρχονται σε ανοδική τροχιά και 2012 φθάνουν στα 8,1 δισ. το 2013 στα 8,2 δισ. το 2014 στα 8,9 δισ. ευρώ. Αισθητή άνοδο, άρχισαν να καταγράφουν από το 2015 όπου ανήλθαν στα 11,4 δισ. ευρώ, το 2016 με 13,6 δισ. και με βάση τις εκτιμήσεις της ICAP, το 2017, στα 15,4 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με την ανάλυση της ICAP, καταστροφική ήταν η εικόνα για τα κέρδη προ φόρων, τα οποία «αφανίστηκαν» έως το 2014 και μετατράπηκαν σε ζημίες. Ειδικότερα από τα 8,7 δισ. ευρώ κερδών προ φόρων το 2007, το ίδιο δείγμα εταιρειών, καταγράφει ζημιές της τάξεως των 6,8 δισ. ευρώ το 2011. Η αρνητική πορεία συνεχίστηκε έως το 2014 (-5,2 δισ. το 2012, -2,3 δισ. το 2013 και -0,9 δισ. ευρώ το 2014). Αλλαγή πορείας, καταγράφηκε το 2015 με τα προ φόρων κέρδη να διαμορφώνονται στο 1,5 δισ. ευρώ για να υπερδιπλασιαστούν το 2016 στα 3,9 δισ. ευρώ. Για το 2017 οι εκτιμήσεις τα τοποθετούν στα 4 δισ. ευρώ, δηλαδή ελαφρώς αυξημένα σε σχέση με το 2016.

Υπό αυτά τα δεδομένα, η ICAP επισημαίνει ότι οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πλέον να έχουν προσαρμόσει τις στρατηγικές τους και τη λειτουργία τους σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα τη βελτίωση του κύκλου εργασιών, της λειτουργικής τους κερδοφορίας EBITDΑ και τη διαρκή άνοδο των καθαρών κερδών από το 2015 και μετά.

Μάλιστα αναφέρει ότι οι εισηγμένες επιχειρήσεις βρίσκονται σε τροχιά ανάπτυξης με την εικόνα των οικονομικών τους αποτελεσμάτων το πρώτο εξάμηνο του 2018 να δείχνουν αύξηση 7,8% του κύκλου εργασιών, 8,3% του EBITDA και 22,5% των καθαρών κερδών σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2017.

Σύμφωνα με την ίδια, η σταδιακή βελτίωση των οικονομικών μεγεθών που απεικονίζεται στην πορεία των χρηματοοικονομικών δεικτών συνεχίζεται και το 2018.

Η ανάκαμψη εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και το 2019, υπόκειται ωστόσο σε μια σειρά προϋποθέσεων:

– Την εξασφάλιση ενός σταθερού οικονομικού περιβάλλοντος και την ενθάρρυνση των επιχειρηματικών επενδύσεων.

– Την αντιμετώπιση των “κόκκινων δανείων”. Χωρίς την επαναφορά των τραπεζών σε κανονική λειτουργία δεν υπάρχουν πιστώσεις στην οικονομία και δεν μπορεί να στηριχθεί η ανάπτυξη.

– Την υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεωνμετά την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης και την έξοδο από το πρόγραμμα.

Ο τραπεζικός δανεισμός

Ελαφρά αυξημένος, σε σχέση με το 2007, είναι ο συνολικός τραπεζικός δανεισμός (βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις. Το σύνολο των υποχρεώσεων, το 2017 ανέρχεται στα 155,7 δισ. ευρώ έναντι 147,8 δισ. ευρώ (αύξηση 5,34%). Η «επίδοση» αυτή οφείλεται προφανώς στην αρνητική πιστωτική επέκταση στα χρόνια της κρίσης, με το χαμηλότερο σημείο να καταγράφεται το 2014 όπου ο συνολικός δανεισμός διαμορφώνεται στα 135,2 δισ. ευρώ. Το 2015 ο δανεισμός αυξάνεται στα 151,6 δισ. ευρώ, το 2016 στα 152,7 δισ. και το 2017, όπως προαναφέρθηκε στα 155,7 δισ. ευρώ, κάτι που από την ICAP αποδίδεται στις σχετικά ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης. Πάντως οι μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 2% από το 2015 παρά τη συνολική αύξησή τους.

Ο δείκτης ασυνέπειας

Καθοδικά, κινείται από το 2016 που ήταν το έτος κορύφωσης, ο δείκτης ασυνέπειας των επιχειρήσεων. Όπως προκύπτει από την ανάλυση της ICAP, προ κρίσης, τόσο για τις μικρές επιχειρήσεις (ΟΕ, ΕΕ, άλλες νομικές μορφές) όσο και για τις μεγάλες (ΑΕ, ΕΠΕ, ΜΕΠΕ, ΙΚΕ, ΜΙΚΕ) ο δείκτης ασυνέπειες είχε την ίδια … αφετηρία με 16,3% για τις μικρές και 13,4% για τις μεγάλες.

Με την έλευση της κρίσης, και ως το 2016 ο δείκτης ασυνέπειας για τις μικρές εκτοξεύεται στο 36,6% και για τις μεγάλες στο 24,3%. Έκτοτε υπάρχει αποκλιμάκωση του δείκτη και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ICAP θα διαμορφωθεί το 2017 στο 26,5% για τις μικρές και στο 20,4% για τις μεγάλες. Όπως επισημαίνει η ICAP, μέγιστη τιμή το 2016, είναι η καθυστερημένη επίπτωση του 2015 λόγω των capital controls.

Παραμένει η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα

Η κρίση επηρέασε δραματικά και την πιστοληπτική ικανότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τις διαβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας, προ κρίσης, στη βαθμίδα του υψηλού κινδύνου τοποθετούνταν το 6,2% των επιχειρήσεων και στη χαμηλού κινδύνου το 9,9%. Στη διάρκεια της κρίσης με αποκορύφωμα το 2015 στην κατηγορία του υψηλού κινδύνου, βρέθηκε το 62,8% των επιχειρήσεων, ενώ το ποσοστό των εταιρειών χαμηλού κινδύνου περιορίστηκε στο μόλις 0,3%.

 

Βάσει των εκτιμήσεων, παρά την αποκλιμάκωση το 2017 στην κατηγορία του υψηλού κινδύνου παραμένει το 54,3% των επιχειρήσεων, ποσοστό που αυξάνεται στο 54,9% το πρώτο εξάμηνο του 2018. Για τις επιχειρήσεις χαμηλού κινδύνου, το ποσοστό αυξάνεται στο 0,6% το 2017 και στα ίδια επίπεδα παραμένει το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους.

Τέλος, ως προς τη συναλλακτική συμπεριφορά, η πλειοψηφία των Επιχειρήσεων εξοφλούν με καθυστερήσεις από 1 έως 60 ημέρες τις υποχρεώσεις τους (58%) το 20% από 61 έως 120 και πλέον ημέρες ενώ το 22% από μηδέν έως 29 ημέρες.

 

euro2day.gr