Πόσο κοινωνική είναι η οικονομία της αγοράς;

Πόσο κοινωνική είναι η οικονομία της αγοράς;

Ευημερία για όλους υποσχόταν στο διάσημο σλόγκαν του ο Λούντβιχ Έρχαρντ, ο «πατέρας» της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, το μοντέλο που προλείανε το έδαφος για το μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα της Γερμανίας. Η γερμανική κυβέρνηση γιορτάζει την προσεχή Παρασκευή τη συμπλήρωση 70 ετών ζωής ενός οικονομικού μοντέλου επιτυχίας για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Σήμερα, σε καιρούς παγκοσμιοποίησης, ψηφιοποίησης και σημαντικών ανακατατάξεων παγκοσμίως, οι γερμανοί πολιτικοί καλούνται να οδηγήσουν τη δοκιμασμένη αυτή «συνταγή» στο μέλλον. Πώς ακριβώς μπορεί να γίνει όμως αυτό;

70 χρόνια μετά την θεμελίωση του εν λόγω μοντέλου πολλοί άνθρωποι δεν έχουν κανέναν λόγο να γιορτάσουν. Παράδειγμα στη συνοικία Ραϊνικεντόρφ του Βερολίνου, μια «προβληματική γειτονιά», όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν. Πολλοί ζουν από τα ελάχιστα επιδόματα της πρόνοιας, το ποσοστό των μεταναστών είναι αυξημένο και τα κοινωνικά παντοπωλεία είναι για πολλούς η μόνη δυνατότητα να καλύψουν τις ανάγκες τους σε τρόφιμα. Η ζήτηση σε αυτή έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, παρατηρεί η Ίνγκριντ Βιντερχάγκερ, παιδαγωγός που εργάζεται στον συγκεκριμένο δήμο της γερμανικής πρωτεύουσας. Ανάμεσα στους ανθρώπους που επισκέπτονται το κοινωνικό παντοπωλείο στο Ραϊνικεντόρφ είναι και ο 58χρονος Μίχαελ Ομπερλέντερ. Η βαριά αναπηρία του δεν του επιτρέπει να εργαστεί και καλείται να τα βγάλει πέρα με 400 ευρώ τον μήνα. Χωρίς το κοινωνικό παντοπωλείο δεν θα τα κατάφερνε. «Οι πολιτικοί μας αφήνουν ξεκρέμαστους», σχολιάζει. Ένας σχεδόν συνομήλικός του εθελοντής βοηθός στο κοινωνικό παντοπωλείο κατηγορεί την ελίτ της χώρας. «Οι ισχυρότεροι 10.000 έχουν τα πάντα, η μεσαία τάξη καταστρέφεται και εμείς εδώ παίρνουν ότι περισσέψει».

Σε νεοφιλελεύθερη τροχιά;

Πολλοί άνθρωποι στη Γερμανία αισθάνονται το ίδιο – ξεχασμένοι από τους πολιτικούς και χωρίς προοπτική βελτίωσης. Η ανασφάλεια για το μέλλον τους είναι διάχυτη. Τα ενοίκια αυξάνονται διαρκώς και ο φόβος να χάσουν τη δουλειά τους λόγω της ψηφιακής εξέλιξης είναι ορατός.

Την ίδια ώρα η γερμανική οικονομία οδεύει στον ένατο χρόνο ανάπτυξης. Η ανεργία έχει μειωθεί και τα εισοδήματα αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τον πληθωρισμό. Επωφελούνται όμως όλοι από τη συγκεκριμένη εξέλιξη; «Αν κοιτάξει κανείς τη Γερμανία του 2018 διαπιστώνει ότι η ψαλίδα μεταξύ φτωχών και πλουσίων ανοίγει ενώ εντείνεται ο κίνδυνος κοινωνικών εντάσεων», επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας Κρίστοφ Μπουτερβέγκε. Ο 67χρονος επιστήμονας απαριθμεί τις –κατά τη γνώμη του- αμαρτίες του παρελθόντος: την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την Ατζέντα 2010, τη χαλάρωση του πλαισίου προστασίας των εργαζομένων από απόλυση, τα mini jobs (σ.σ. δουλειές με αμοιβή έως 450 ευρώ και χωρίς ασφάλιση) καθώς και έναν ευρύ τομέα χαμηλά αμειβόμενης εργασίας. Ταυτόχρονα η φορολόγηση του κεφαλαίου και του κέρδους των επιχειρήσεων είτε καταργήθηκε είτε μειώθηκε, υπογραμμίζει ο Κρίστοφ Μπουτερβέγκε και επισημαίνει: «Κοινωνική οικονομία της αγοράς σημαίνει για μένα ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στη λειτουργία του οικονομίας θα πρέπει να έχουν και μερίδιο από τα κέρδη». Όπως τονίζει, η κοινωνική οικονομία της αγοράς δεν πρέπει να γίνει συνώνυμο ενός νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού των χρηματαγορών.

Κριτική και αντίλογος

Ο Μίχαελ Χύτερ, επικεφαλής του Ινστιτούτου της Γερμανικής Οικονομίας (IW) που πρόσκειται στους εργοδότες, δεν συμμερίζεται τη γενικευμένη κριτική απέναντι στο σημερινό οικονομικό μοντέλο. «Δεν ισχύει ο ισχυρισμός ότι η ψαλίδα μεταξύ φτωχών και πλουσίων διαρκώς ανοίγει και η μεσαία τάξη συρρικνώνεται εξακολουθητικά», υπογραμμίζει και θεωρεί ότι η κοινωνικής οικονομία της αγοράς είναι… κοινωνική σε πολύ μεγάλο βαθμό. «Το ποσοστό των οικονομικά ενεργών σε άτομα 25 έως 64 ετών ανέρχεται σε 80% – τόσο υψηλό όσο ποτέ. Εκτός αυτούς οι πραγματικές αμοιβές αυξήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια και τα εισοδήματα είναι κάτι παραπάνω από σταθερά», επισημαίνει ο Μίχαελ Χύτερ.

Πάντως και ο ίδιος παραδέχεται ότι απαιτούνται βελτιώσεις. Για παράδειγμα, στην ένταξη των μακροχρόνια ανέργων στην αγορά εργασίας, στο τομέα της περίθαλψης και σε ό,τι αφορά τους όρους διαβίωσης των μονογονεϊκών οικογενειών.

Οι ραγδαίες αλλαγές που επιφέρουν η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική εξέλιξη φοβίζει πολλούς ανθρώπους. Αυτό το αναγνωρίζει και ο Ντίτερ Κεμπφ, πρόεδρος του Συνδέσμου Γερμανικών Βιομηχανιών. Όπως λέει, «η οικονομία φέρει κοινωνική ευθύνη» και η κοινωνική οικονομία της αγοράς, όπως την είχε οραματιστεί ο Λούντβιχ Έρχαρντ, θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί.
dw.com