Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Nils Wahl σχετικά με τις ομαδικές απολύσεις της ΑΓΕΤ Ηρακλής

Το ακόλουθο κείμενο περιλαμβάνει τα κυριότερα αποσπάσματα της πρότασης του Γενικού Εισαγγελέα Nils Wahl, αναφορικά με τις ομαδικές απολύσεις που σχεδίαζε η ΑΓΕΤ Ηρακλής την περίοδο 2013-2014.

Συνοπτικά για την οδηγία 98/59/ΕΚ και για τον Νόμο 1387/83

1) η οδηγία 98/59/ΕΚ:

  • στο άρθρο 2 αναφέρεται η διαδικασία διαβούλευσης με την ένωση εργαζομένων
  • στο άρθρο 3 αναφέρεται η διαδικασία κοινοποίησης το σχέδιο ομαδικών απολύσεων στην δημόσια αρχή
  • στο άρθρο 4 μιλάει για προθεσμίες που ισχύουν για την εφαρμογή ομαδικών απολύσεων

2) Ο νόμος 1387/83, άρθρο 5, παράγραφος 3 αναφέρει τι συμβαίνει σε περίπτωση μη συμφωνίας των μερών για το σχέδιο των ομαδικών απολύσεων. Ο Υπουργός Εργασίας λαμβάνει υπόψιν α) τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, β) την κατάσταση της επιχείρησης καθώς και γ) το συμφέρον της εθνικής οικονομίας. Είτε μπορεί να παρατείνει για 20 ημέρες τις διαβουλεύσεις των 2 μερών (μετά από αίτηση ενός εκ των μερών), είτε να μην εγκρίνει το σχέδιο απολύσεων. Πάντα ζητά τη γνώμη της Επιτροπής του Υπουργείου Εργασίας ή του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας.

Η παράγραφος 4 του παραπάνω νόμου αναφέρει την διαδικασία που ακολουθείται από τον εργοδότη μετά την απόφαση του Υπουργού Εργασίας.

Ωστόσο όπως αναφέρει στο πόρισμά του ο Ευρωπαϊκός Εισαγγελέας στο σημείο 31:

“Κατά συνέπεια, τείνω να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του νόμου 1387/1983, κατά το μέτρο που περιορίζει την ελευθερία του εργοδότη να προβαίνει σε ομαδικές απολύσεις, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 98/59. Ως εκ τούτου, είναι εντελώς άσχετο με την εν λόγω οδηγία.”

Επιπλέον στο σημείο 39 αναφέρει ότι: “Ο νόμος 1387/1983 αποσκοπεί, σύμφωνα με τον τίτλο του, στον έλεγχο των ομαδικών απολύσεων και μεταφέρει στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 98/59. Για τον λόγο αυτό, πιστεύω ότι σκοπός του νόμου, όπως και της οδηγίας, είναι η ρύθμιση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι εργοδότες μπορούν να προσφεύγουν σε ομαδικές απολύσεις και τη διαδικασία που ακολουθείται συναφώς” και στο σημείο 40 ότι “Ως εκ τούτου, αφορά κυρίως την εργασιακή σχέση.”

Επίσης ο Ευρωπαϊκός εισαγγελέας απορρίπτει την εφαρμογή του άρθρου 63 ΣΛΕΕΕ (Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), αναφέροντας στο σημείο 43: “Η ΑΓΕΤ Ηρακλής προβάλλει το επιχείρημα ότι το ζήτημα άπτεται και της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, χωρίς ωστόσο να το τεκμηριώνει. Μάλιστα, αντιλαμβάνομαι ότι, εν προκειμένω, η ΑΓΕΤ Ηρακλής είναι θυγατρική της LafargeHolcim, γεγονός που σημαίνει ότι η δεύτερη κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών της πρώτης. Αυτή η πλειοψηφική συμμετοχή και, κατά συνέπεια, η αναμφισβήτητη επιρροή επί της ΑΓΕΤ Ηρακλής αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 63 ΣΛΕΕ.”

Σημείο 46. “Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 49 ΣΛΕΕ απαγορεύει τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως, ήτοι, κάθε εθνικό μέτρο το οποίο ενδέχεται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους υπηκόους της Ένωσης, της ελευθερίας εγκαταστάσεως που εγγυάται η ΣΛΕΕ.”

Σημείο 47. “Η απαίτηση προηγούμενης εγκρίσεως συνιστά κατ’ αρχήν τέτοιον περιορισμό”

Στο σημείο 49 καταλήγει στο συμπέρασμα: “Ως εκ τούτου, το άρθρο 49 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το άρθρο 16 του Χάρτη, με το οποίο κατοχυρώνεται η επιχειρηματική ελευθερία.”

Σημείο 50. “Ο προαναφερθείς στο σημείο 47 περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως επίσης ισοδυναμεί με περιορισμό στην άσκηση της επιχειρηματικής ελευθερίας. Επιπλέον, περιορίζει την ελευθερία των συμβάσεων των εργοδοτών, στο μέτρο που απαιτείται να ζητούν έγκριση πριν προβούν σε καταγγελία συμβάσεων εργασίας.”

Σημείο 51. “Σύμφωνα με τη νομολογία Gebhard, οι περιορισμοί πρέπει να πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις για να είναι συμβατοί με το δίκαιο της Ένωσης: α) πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη δημιουργούνται διακρίσεις, β) να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, γ) να είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δ) να μην είναι δεσμευτικοί πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού

 

Τα τρία κριτήρια, εξεταζόμενα μεμονωμένα

Σημείο 66. “το πρώτο κριτήριο σχετίζεται με το συμφέρον της εθνικής οικονομίας. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι αυτό το κριτήριο αφορά σκοπό αμιγώς οικονομικής φύσεως που δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως (αλλά ούτε και της επιχειρηματικής ελευθερίας).”

Σημείο 67. “τα κριτήρια δεν είναι κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των εργαζομένων ούτε περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο.”

Σημείο 68. “Όσον αφορά την καταλληλότητα του κριτηρίου σχετικά με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, ένα αντίστροφο σενάριο θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως παράδειγμα. Πράγματι, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι μπορεί να συμβεί σε περίπτωση που η διοίκηση αρνηθεί να επιτρέψει τη διενέργεια των απολύσεων. Εάν η εργοδότρια επιχείρηση καταστεί αφερέγγυα, εξαιτίας της οφειλόμενης στην εν λόγω άρνηση οικονομικής αναποτελεσματικότητας, θα έχει σαφές κίνητρο να κινήσει διαδικασία λύσεως και εκκαθαρίσεώς της, μετά την οποία δεν θα δεσμεύεται πλέον από την οδηγία 98/59 (36) και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα διαθέτει τα απαιτούμενα κεφάλαια για την αποζημίωση των εμπλεκόμενων εργαζομένων, εφόσον η επίμαχη ρύθμιση συνεχίσει να ισχύει σε μια τέτοια περίσταση. Τίθενται έτσι, παρεμπιπτόντως, σε κίνδυνο και οι θέσεις εργασίας των εργαζομένων που δεν επρόκειτο να απολυθούν. Ως εκ τούτου, αμφιβάλλω ότι η επίμαχη ρύθμιση θα μπορούσε να συμβάλει, με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο, στη μείωση του ποσοστού ανεργίας.”

Σημείο 70. “ Όσον αφορά την καταλληλότητα του κριτηρίου σχετικά με την κατάσταση της επιχειρήσεως, ο ισχυρισμός ότι οι αρχές ενός κράτους μέλους δύνανται να αποφασίσουν καλύτερα από τη διοίκηση της επιχειρήσεως τι είναι καταλληλότερο για την κατάστασή της μου φαίνεται τουλάχιστον αξιοπερίεργος.”

Σημείο 72. “η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο τέτοια ανάλυση ούτε αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό της ότι η επίμαχη ρύθμιση προστατεύει πραγματικά τους εργαζομένους.”

Σημείο 74. “η έννοια της σταθμίσεως είναι στην πραγματικότητα πλάνη: η προστασία των εν λόγω εργαζομένων δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε με την ελευθερία εγκαταστάσεως ούτε με την επιχειρηματική ελευθερία.”

Σημείο 75. “Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν είναι κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των εργαζομένων.”

Σημείο 77. “Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, σχετικά με το κατά πόσον η ύπαρξη οξείας οικονομικής κρίσεως, σε συνδυασμό με ασυνήθιστα και εξαιρετικά υψηλά ποσοστά ανεργίας, θα μπορούσε να αλλάξει την αποφατική απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, η απάντησή μου είναι και πάλι «όχι».”

Σημείο 80. “Τελευταίο μου επιχείρημα: όπως αναφέρει και η Επιτροπή, σε περιόδους κρίσεως, είναι εξίσου σημαντικό να μειωθεί το σύνολο των παραγόντων που αποθαρρύνουν τις νέες επιχειρήσεις από το να πραγματοποιούν επενδύσεις, δεδομένου ότι η οικονομική αποδοτικότητα μπορεί να βοηθήσει στην τόνωση της δημιουργίας θέσεων εργασίας και της οικονομικής αναπτύξεως. “

 

Συμπέρασμα

Ο γενικός εισαγγελέας κλείνοντας την εισήγησή του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: «Βάσει των προεκτεθέντων, φρονώ ότι στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατά την ορθή ερμηνεία, το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαγορεύει διάταξη όπως αυτή του άρθρου 5, παράγραφος 3, του νόμου 1387/1983, Έλεγχος των ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις, της 18ης Αυγούστου 1983, όπως έχει τροποποιηθεί (ΦΕΚ Αʹ, 110/18‑19.8.1983), η οποία, μεταξύ άλλων, απαιτεί από τους εργοδότες να λαμβάνουν διοικητική έγκριση πριν προβούν σε ομαδικές απολύσεις, και η οποία εξαρτά την εν λόγω έγκριση από τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, από την κατάσταση της επιχειρήσεως και από το συμφέρον της εθνικής οικονομίας. Το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να διέρχεται από οξεία οικονομική κρίση, η οποία συνοδεύεται από πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας, δεν επηρεάζει αυτό το συμπέρασμα.»