Τι επηρεάζει τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Τι επηρεάζει τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Σημαντικό παράγοντα που επηρέασε τη διαθεσιμότητα και το κόστος τραπεζικής χρηματοδότησης κατά τη διάρκεια της κρίσης, αποτέλεσε το μέγεθος των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα όσο μικρότερη είναι μια επιχείρηση, τόσο μεγαλύτερους περιορισμούς να αντιμετωπίζει.

Το παραπάνω είναι ένα βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα SAFE για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η οποία παρουσιάζεται στην Ενδιάμεση Έκθεση της ΤτΕ για τη Νομισματική Πολιτική. Η έρευνα SAFE για την πρόσβαση σε χρηματοδότηση των επιχειρήσεων στη ζώνη του ευρώ διεξάγεται κάθε έξι μήνες από την ΕΚΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Όπως προκύπτει από την έρευνα, η συνάρτηση μεγέθους επιχείρησης και διαθεσιμότητας χρηματοδότησης πιθανότατα αντανακλά γενικότερες αδυναμίες ή διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων μικρότερου μεγέθους στην Ελλάδα, όπως η χαμηλή προστιθέμενη αξία της παραγωγής τους, ο χαμηλός βαθμός εξωστρέφειας και καινοτομίας, οι περιορισμένες δυνατότητες για αξιοποίηση συνεργειών και οικονομιών κλίμακας, η εξάρτηση των επιχειρήσεων αποκλειστικά από το τραπεζικό σύστημα, καθώς και δυσκολίες στη συλλογή αξιόπιστης πληροφόρησης για τις εν λόγω επιχειρήσεις.

Όπως προκύπτει από την έρευνα SAFE, τα χαρακτηριστικά αυτά συνετέλεσαν ώστε ο πιστωτικός κίνδυνος που παρουσίασαν οι επιχειρήσεις αυτές στη διάρκεια της κρίσης να είναι συγκριτικά υψηλότερος σε σχέση με τις επιχειρήσεις μεγαλύτερου μεγέθους.

Τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων επίσης δείχνουν ότι όσο νεότερη σε ηλικία είναι μια επιχείρηση, τόσο πιο αυξημένες ανάγκες τραπεζικής χρηματοδότησης έχει. Το γεγονός αυτό μπορεί να συνδέεται με τη δυναμικότερη ανάπτυξη που παρουσιάζουν οι νεότερες επιχειρήσεις ή και με το ότι πιθανόν δεν έχουν δημιουργήσει ακόμη επαρκή αποθέματα εσωτερικών πόρων ή μακροχρόνιες σχέσεις με πιστωτές-προμηθευτές.

Σε κάθε περίπτωση, οι εκτιμήσεις των επιχειρήσεων για την εξέλιξη των θεμελιωδών μεγεθών τους, όπως τα ίδια κεφάλαια και η κερδοφορία τους, αλλά και γενικότερα για τις προοπτικές τους φαίνεται ότι σχετίζονται με τις συνθήκες τραπεζικής χρηματοδότησης. Το εύρημα αυτό είναι ενδεικτικό της σημασίας που έχει για την ανάσχεση των χρηματοδοτικών περιορισμών η υποβολή βιώσιμων προς χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων και γενικότερα η εκδήλωση ζήτησης για τραπεζικές πιστώσεις από παραγωγικές επιχειρήσεις με προοπτικές ανάπτυξης.

Συνολικά, ο συνδυασμός των δεδομένων της έρευνας SAFE για τις ελληνικές επιχειρήσεις με τις μεταβλητές που αφορούν το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον αποτυπώνει τη σημασία των εγχώριων μακροοικονομικών συνθηκών, της κεφαλαιακής ευρωστίας των τραπεζών και του κόστους άντλησης ρευστότητας εκ μέρους των τραπεζών για την έκταση των χρηματοδοτικών περιορισμών με τους οποίους ήλθαν αντιμέτωπες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Σημειώνεται ότι το έλλειμμα εξωτερικής χρηματοδότησης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα, σε σχέση με τις υπόλοιπες μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην ευρωζώνη, παραμένει υψηλό αν και έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα πρώτα στάδια της κρίσης λόγω της αποδρομής της ύφεσης και της βελτίωσης που έχει σημειωθεί στον τραπεζικό τομέα.

Όπως προκύπτει για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις από την τελευταία εξαμηνιαία έρευνα SAFE, οι ανάγκες τους για τραπεζική χρηματοδότηση μειώθηκαν σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη εξάμηνη περίοδο.  Παράλληλα, μειώθηκε στην ίδια περίοδο και η  διαθεσιμότητα τραπεζικής χρηματοδότησης, ενώ τα επιτόκια που προσέφεραν οι τράπεζες στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις για το δάνειο ή την πιστωτική γραμμή αυξήθηκαν σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη εξάμηνη περίοδο.

Όπως προκύπτει, η ηλικία των επιχειρήσεων είναι μια στατιστικά σημαντική μεταβλητή για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες: μία νεότερη σε ηλικία επιχείρηση είχε μικρότερη πιθανότητα να αναφέρει μειωμένες ανάγκες τραπεζικής χρηματοδότησης σε σύγκριση με μια μεγαλύτερη σε ηλικία επιχείρηση.

Οι επιχειρήσεις που ανέφεραν μείωση της κερδοφορίας και των ιδίων κεφαλαίων τους είχαν υψηλότερες χρηματοδοτικές ανάγκες, ενώ όταν υπήρχε γενικότερη βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας, οι επιχειρήσεις επίσης δήλωναν αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες.

Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να αντιμετωπίσουν μειωμένη διαθεσιμότητα σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους. Ομοίως, επιχειρήσεις που ανέφεραν μείωση των βασικών οικονομικών μεγεθών ή επιδείνωση των προοπτικών τους κατά την εξεταζόμενη περίοδο είχαν αυξημένη πιθανότητα να αντιμετωπίσουν μείωση στη διαθεσιμότητα τραπεζικής χρηματοδότησης.

Επίσης, τυχόν βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας ή ενίσχυση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών συνδεόταν με αύξηση της διαθεσιμότητας χρηματοδότησης έναντι του προηγούμενου εξαμήνου. Αντίθετα, μια αύξηση του κόστους άντλησης ρευστότητας εκ μέρους των τραπεζών συνδέεται με συρρίκνωση της διαθεσιμότητας τραπεζικής χρηματοδότησης. Ωστόσο, δεν προκύπτει κάποια σημαντική σχέση της διαθεσιμότητας τραπεζικής χρηματοδότησης με το ρυθμό μεταβολής των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, πιθανόν αντανακλώντας την εκτεταμένη προσφυγή των τραπεζών στην κεντρική τράπεζα για την κάλυψη των αναγκών τους σε ρευστότητα την περίοδο της ελληνικής κρίσης.

Όσον αφορά την πιθανότητα μια επιχείρηση να δηλώσει ότι της προσφέρθηκε αυξημένο επιτόκιο κατά τις διαπραγματεύσεις που είχε με την τράπεζα, προκύπτουν κάποιες ενδείξεις ότι οι μικρές επιχειρήσεις ανέφεραν συχνότερα αυξήσεις των δανειακών επιτοκίων σε σύγκριση με τις μεσαίες επιχειρήσεις, ενώ δεν διαπιστώνεται επίδραση λόγω της ηλικίας των επιχειρήσεων.

Εκτιμήσεις των επιχειρήσεων για επιδείνωση των προοπτικών τους συνδέονταν θετικά με την πιθανότητα αντιμετώπισης αυξημένου κόστους δανεισμού. Εάν υπήρχε βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα ή του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, η πιθανότητα οι επιχειρήσεις να αναφέρουν αύξηση του επιτοκίου δανεισμού από τις τράπεζες περιοριζόταν, ενώ αντίθετα η πιθανότητα αυτή ενισχυόταν όταν αυξανόταν το κόστος άντλησης ρευστότητας εκ μέρους των τραπεζών.
capital.gr