Γιατί ο Ερντογάν θέλει να περάσει όλες τις “κόκκινες γραμμές”

Ο Ταγίπ Ερντογάν δεν έχει πρόβλημα να επιλέξει το διεθνές μέτωπο στο οποίο θα ρίξει τις δυνάμεις του: τα ανοίγει όλα ταυτοχρόνως! Μόνο τις τελευταίες ημέρες κατάφερε να περάσει την “κόκκινη γραμμή” της Ουάσινγκτον, με τη δοκιμαστική ενεργοποίηση των ρωσικών συστοιχιών S-400, την ίδια ώρα που έθετε σε συναγερμό τη Μόσχα με την ανάμειξή του στη σύγκρουση του Ναγκόρνο Καραμπάχ και την όλο και πιο ανοιχτή συμπόρευση με την Ουκρανία. Παράλληλα, φέρνει στα όριά της τη σχέση του με την Ε.Ε., προβοκάροντας πότε την Ελλάδα, με τη διενέργεια ερευνών πλησίον του Καστελόριζου, και πότε την Κύπρο, με το άνοιγμα του παραλιακού μετώπου των Βαρωσίων, ενώ στο εσωτερικό του σουνιτικού κόσμου δίνει μάχη πρωτοκαθεδρίας με τη Σαουδική Αραβία, η οποία έχει κηρύξει εμπορικό, τουριστικό και επενδυτικό εμπάργκο στην Τουρκία.

Πρόκειται για φαινόμενο από αυτά που δεν συναντά κανείς συχνά στη διεθνή σκηνή – και η ερμηνεία του δεν είναι προφανής.

Με την εσωτερική “συνταγή”

Σε ένα πρώτο επίπεδο, βέβαια, ο Τούρκος ηγέτης απλώς προβάλλει εκτός των συνόρων τη “συνταγή” της διαρκούς καλλιέργειας εντάσεων και των αλλεπάλληλων μετατοπίσεων των διαχωριστικών γραμμών, με την οποία ηγεμονεύει δύο δεκαετίες τώρα στο εσωτερικό της χώρας του. Μια “συνταγή” η οποία το τελευταίο διάστημα του χρησιμεύει περισσότερο από ποτέ, καθώς η “λάμψη” των κυβερνώντων ισλαμιστών έχει θαμπώσει, οι ίδιοι οι υποστηρικτές τους απωθούνται από τη διαφθορά και τον νεποτισμό των ισχυρών, η ευρύτερη κοινωνία δυσφορεί με την οικονομική κρίση και η νεολαία αναζητά ελευθερίες και ευκαιρίες. Όμως ο Ερντογάν εξακολουθεί να κυριαρχεί, όχι τόσο με την προβολή ενός θετικού οράματος αυτήν τη φορά, όσο με την προβολή εθνικών κινδύνων και την καλλιέργεια κλίματος “πολιορκίας”, όχι με την εμβέλεια του κόμματός του (η οποία περιορίζεται), όσο με την αξιοποίηση των αδυναμιών και του διχασμού των αντιπάλων.

Με τον ίδιο τρόπο και στο γεωπολιτικό πεδίο, ο ισχυρός άνδρας της Άγκυρας αξιοποιεί το αντικειμενικό γεγονός του κατακερματισμού της προηγούμενης τάξης πραγμάτων, παρεμβάλλοντας την Τουρκία στα όλο και περισσότερα “κενά” που δημιουργεί η σχετική αποδυνάμωση και ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, “πουλώντας” το “τουρκικό χαρτί” στην καθεμία από αυτές εναντίον των υπολοίπων.

Αξιοποίηση των ανταγωνισμών

Για τις ΗΠΑ, η Τουρκία παραμένει η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα του ΝΑΤΟ, η οποία δεν μπορεί να “χαριστεί”, μολονότι αναγνωρίζεται ως ένας δύστροπος και ενδεχομένως επικίνδυνος εταίρος, για τον οποίο όμως πάντοτε ελπίζεται ότι κάποτε, με την κατάλληλη πολιτική αλλαγή, θα “συνετιστεί”. Για τη Ρωσία, αποτελεί έναν υποχρεωτικό συνομιλητή για τη σταθεροποίηση της Συρίας, έναν ιστορικό ανταγωνιστή για τον έλεγχο της Μαύρης Θάλασσας (τον οποίο καλό είναι να έχει κανείς “από κοντά”), μια πολλά υποσχόμενη αγορά, ιδίως στον ενεργειακό τομέα, και μια δυνάμει πολύτιμη πηγή προβλημάτων στο εσωτερικό του δυτικού στρατοπέδου. Για την Κίνα, πάλι, η Τουρκία αποτελεί τη φυσική κατάληξη του νέου δρόμου του μεταξιού, μια χώρα που αντικειμενικά εισέρχεται στο βαρυτικό πεδίο της “ευρασιατικής ολοκλήρωσης” και μια δύναμη με ποικίλους δεσμούς με τους κεντρασιατικούς λαούς, συμπεριλαμβανομένων των Ουιγούρων του Σιντζιάνγκ – αν και ακριβώς για τους ίδιους λόγους στον νου των στρατηγικών σχεδιαστών της Δύσης συνιστά το ιδεώδες αντικινεζικό “ανάχωμα”.

Ευρωπαϊκή παράλυση

Αυτός ο περίπλοκος συσχετισμός ερμηνεύεται ορθά από την Άγκυρα ως ευκαιρία να δράσει συναντώντας τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις. Αλλά τίποτε δεν ενισχύει αυτή την πεποίθηση όσο η γεωπολιτική “παράλυση” της Ε.Ε. στο φόντο της γερμανικής ηγεμονίας.

Ο άμεσος γείτονας της Τουρκίας βρίσκεται βραχυκυκλωμένος ανάμεσα στις αποκλίνουσες προτεραιότητες των 27 κρατών-μελών, με τη Γερμανία να δίνει τον τόνο του “κατευνασμού” της Τουρκίας, πέρα από τις όποιες ρητορικές αντιδράσεις, εφόσον η ίδια έχει τεθεί τρόπον τινά σε “ομηρία” ανάμεσα στον φόβο των προσφυγικών ροών, την πιθανή πολιτική αξιοποίηση της τουρκογερμανικής ψήφου από τον Ερντογάν και το δέλεαρ της πρόσβασης (χωρίς γεωπολιτικούς πονοκεφάλους) στην τουρκική αγορά.

Η “ύβρις” αργά ή γρήγορα θα βρει τα όριά της

Όλα αυτά εξηγούν την “αμφίσημη” τοποθέτηση της Τουρκίας στο διεθνές σκηνικό – δεν εξηγούν, ωστόσο, το γιατί οι σχέσεις της προς όλες αυτές τις κατευθύνσεις οφείλουν να είναι συγκρουσιακές και να μην υπακούουν, όπως συνέβαινε την προηγούμενη περίοδο, σε λογικές “ήπιας ισχύος” και συνεργασιών “win-win”.

Στο σημείο αυτό είναι που υπεισέρχεται ο παράγοντας της ιδεολογίας και του οιονεί “επαναστατικού” χαρακτήρα που έχει προσλάβει το τουρκικό καθεστώς μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, καταλύοντας στο εσωτερικό του τις προηγούμενες θεσμικές και διοικητικές ισορροπίες μέσω των μαζικών εκκαθαρίσεων, καλλιεργώντας ένα προσωπολατρικό, “μεσσιανικό” και ταυτοχρόνως συνωμοσιολογικό εθνικό αφήγημα και αναδεικνύοντας τους εθνικιστές (και παραλλήλως τους “ευρασιατιστές” του στρατού) σε πολιτικό ρυθμιστή.

Το αναθεωρητικό κρεσέντο του Ερντογάν εκτός συνόρων φωτίζει αποκαλυπτικά, ως όρο πολιτικής επιβίωσης ενός διαρκώς ριζοσπαστικοποιούμενου καθεστώτος, ο καθηγητής Χαμίτ Μποζαρσλάν της Σχολής Προχωρημένων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες (EHESS) του Παρισιού με πρόσφατη συνέντευξή του στον Γιαβούζ Μπαϊντάρ του Ahval News.

Επιστροφή στον 19ο αιώνα

Κατά τον Μποζαρσλάν, ο Ερντογάν πιστεύει ότι έχει φτάσει η ώρα για να πάρει η Τουρκία την ιστορική εκδίκησή της και να λύσει τους λογαριασμούς του παρελθόντος, στρεφόμενη ενάντια σε όλες τις μεγάλες δυνάμεις, Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, η ιστορική αποστολή των Τούρκων διεκόπη τον 19ο αιώνα με τη δυτικοποίηση και ακολούθως τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για να επανασυνδεθεί με αυτήν τη διακοπείσα ιστορική αποστολή, το τουρκικό έθνος οφείλει, πάντα κατά τον Ερντογάν, να επανεύρει την “οντολογική καθαρότητά” του με βάση το Ισλάμ.

Ο ίδιος ερευνητής υποστηρίζει ότι η ύβρις αποτελεί πλέον το κύριο χαρακτηριστικό της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Από αρκετές απόψεις, η τουρκική εξωτερική πολιτική μοιάζει με αυτήν του Ιράν, μόνο που η Τεχεράνη έχει μια καθαρή στρατηγική για το πώς θα ηγεμονεύσει στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, ο συνδυασμός των κρίσεων σε Συρία, Λιβύη, Ανατολική Μεσόγειο και Καύκασο με την πανδημία συνεπάγεται συνέχιση των οικονομικών αναταράξεων της Τουρκίας.

Οι στρατιωτικές δυνατότητες της Τουρκίας έχουν αναμφίβολα ενισχυθεί επί Ερντογάν. Αλλά, κατά τον Μποζαρσλάν, ο πολλαπλασιασμός τους δεν αντιστοιχεί στον πολλαπλασιασμό των εχθρών το ίδιο διάστημα – δεν μπορεί κανείς να αναμετρηθεί με την Ε.Ε., τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία ταυτόχρονα.

Με άλλα λόγια, η “συνταγή” του Ερντογάν είναι ταυτοχρόνως και το όριο που αργά ή γρήγορα θα συναντήσει.

 

Κώστας Ράπτης/Capital.gr

More Stories
Χαρίτσης: Το νομοσχέδιο για ΔΕΗ & ΔΕΠΑ είναι εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος